Είναι δύσκολο να αγαπάς ένα άθλημα και να φτάνεις στο σημείο να αναρωτιέσαι τι συμβαίνει πίσω από όσα βλέπεις στο παρκέ.
Μεγαλώσαμε με μεγάλες μπασκετικές βραδιές, γεμάτα γήπεδα και ματς που έκριναν τίτλους. Γι’ αυτό η υπόθεση Basketgate προκαλεί κάτι περισσότερο από αθλητική αγωνία: απογοήτευση και ερωτήματα που δεν μπορούν να προσπεραστούν.
Δεν είναι ώρα για εύκολες καταδίκες. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κρίνει με βάση τα στοιχεία, και κανείς δεν θεωρείται ένοχος πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το ελληνικό μπάσκετ πρέπει να μείνει αδρανές. Το ζήτημα αφορά και την εμπιστοσύνη που κινδυνεύει να χαθεί.
Όταν ο φίλαθλος αρχίζει να αμφιβάλλει
Ο φίλαθλος μπορεί να θυμώσει με μια διαιτητική απόφαση ή να απογοητευτεί από τη διοίκηση της ομάδας του. Αυτά είναι μέρος του αθλητισμού.
Όταν, όμως, τα ερωτήματα αφορούν την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών, η αμφιβολία δεν αφορά πια ένα αποτέλεσμα, αλλά τον τρόπο λειτουργίας ολόκληρου του συστήματος. Μια ανακοίνωση δεν αρκεί. Χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις, διαφάνεια και ουσιαστικός έλεγχος, και, αν προκύψουν ευθύνες, πρέπει να αποδοθούν χωρίς εξαιρέσεις.
Η αξιοπιστία του αθλήματος δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται με τη λειτουργία των θεσμών και όχι με τις διαβεβαιώσεις τους.
Δεν είναι υπόθεση μιας φανέλας
Στην Ελλάδα συχνά βλέπουμε τα πράγματα μέσα από το πρίσμα της ομάδας μας. Άλλοι κρατούν όσα επιβεβαιώνουν τις απόψεις τους και άλλοι αναζητούν ευθύνες μόνο στην απέναντι πλευρά, και έτσι χάνεται η ουσία.
Το Basketgate δεν πρέπει να γίνει ακόμη ένα επεισόδιο οπαδικής αντιπαράθεσης. Αφορά ολόκληρο το ελληνικό μπάσκετ. Δεν γίνεται να απαιτούμε δικαιοσύνη όταν αδικείται η ομάδα μας και να αδιαφορούμε όταν ελέγχεται κάποιος που υποστηρίζουμε. Οι κατηγορίες δεν είναι αποδείξεις, αλλά ούτε η οπαδική προτίμηση μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι.
Η βασική αρχή πρέπει να είναι μία: οι κανόνες ισχύουν για όλους, ανεξάρτητα από τη φανέλα ή τη θέση που κατέχει κανείς.
Η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να είναι απλώς αλλαγή προσώπων
Η αποχώρηση του Βαγγέλη Λιόλιου από την προεδρία της ΕΟΚ, μετά την απολογία του στο πλαίσιο της υπόθεσης, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο για την Ομοσπονδία. Η δικαστική διερεύνηση, ωστόσο, συνεχίζεται και τα δεδομένα πρέπει να αξιολογηθούν με προσοχή.
Το ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει. Θα περιοριστούμε στην αλλαγή προσώπων ή θα εξεταστεί σοβαρά ο τρόπος λειτουργίας των θεσμών; Θα υπάρξουν ουσιαστικές εγγυήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας ή θα επιστρέψουμε σύντομα στην καθημερινότητα σαν να μη συνέβη τίποτα;
Η αλλαγή ηγεσίας μπορεί να είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται διαδικασίες που λειτουργούν ανεξάρτητα από τα πρόσωπα, αποτελεσματικοί έλεγχοι και σαφείς κανόνες για όλους. Η προστασία του αθλήματος δεν σημαίνει προστασία όσων το διοικούν.
Το μπάσκετ ανήκει σε όσους το αγαπούν
Μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να ξεχαστούν οι αθλητές που δουλεύουν καθημερινά, οι προπονητές, τα μικρά σωματεία, οι γονείς και τα παιδιά που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο άθλημα, αλλά και ο φίλαθλος που κάνει θυσίες για να βρεθεί στην εξέδρα.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν πρέπει να πληρώσουν το τίμημα μιας θεσμικής κρίσης. Το ελληνικό μπάσκετ είναι πολύ μεγαλύτερο από τους παράγοντες και τις διοικήσεις του, και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να προστατευτεί από όσα το πληγώνουν.
Υπάρχει λόγος να ελπίζουμε;
Παρά την απογοήτευση, δεν θέλω να πιστεύω ότι το ελληνικό μπάσκετ έχει φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή. Υπάρχουν άνθρωποι που δουλεύουν με αγάπη για το άθλημα και φίλαθλοι που δεν έχουν πάψει να ενδιαφέρονται.
Η ελπίδα, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην ευχή ότι θα ξεχαστεί γρήγορα το Basketgate. Πρέπει να στηριχθεί σε πράξεις. Η δικαστική διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί ανεπηρέαστη και οι ευθύνες να αποδοθούν όπου αναλογούν. Οι αρμόδιοι οφείλουν να αξιοποιήσουν την κρίση για ουσιαστικές αλλαγές, ώστε οι κανόνες να εφαρμόζονται στην πράξη.
Για να ξαναχαρούμε το παιχνίδι
Είναι στενάχωρο ότι ένα άθλημα που μας έχει χαρίσει τόσες όμορφες στιγμές βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο για λόγους που δεν έχουν σχέση με όσα συμβαίνουν μέσα στο γήπεδο.
Θέλω να πιστεύω ότι θα έρθει η στιγμή που θα επιστρέψουμε στις συζητήσεις για παίκτες, ομάδες και μεγάλες αναμετρήσεις, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν μπορούμε να εμπιστευτούμε το ίδιο το παιχνίδι. Αυτό δεν θα γίνει με υποσχέσεις. Θα χρειαστεί χρόνος, συνέπεια και πράξεις που θα αποδεικνύουν ότι κάτι πραγματικά άλλαξε.
Το ελληνικό μπάσκετ δεν χρειάζεται άλλους υπερασπιστές. Χρειάζεται ανθρώπους που θα βάλουν το άθλημα πάνω από τον εαυτό τους, ώστε ο φίλαθλος να επιστρέψει στο γήπεδο και να χαρεί αυτό που αγαπά. Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει ανάγκη να μας ζητήσει να το αγαπήσουμε ξανά. Έχει ανάγκη να μας δώσει λόγους να μην πάψουμε να το αγαπάμε.































































